GREEN LAX φιαλιδιo των 130 gr.

Το φυσικό φαρμακευτικό προϊόν GREEN LAX είναι ένα ήπιο ηπακτικό που δρα στο διάστημα δυο ή τριών ημερών μετά την χορήγηση και έχει μια καλή ανοχή στα άτομα στα οποία δεν ενδείκνυται η χρήση των δραστικών καθαρκτικών.

Δοσολογία

Δυο κουταλιές κόκκων ίσων με 10 gr διαλυμένα σε 75 ml χλιαρού νερού, 2 φορές την ημέρα, πριν από το φαγητό.
Μην υπερβαίνετε την συνιστώμενη ημερήσια δόση.
Διατηρήστε το μακριά από παιδιά ηλικίας κάτω των τριών ετών.
 

20 gr περιέχουν υγρά φυτικά εκχυλίσματα από:

Cynara scolymus
0,70 ml
Angelica archangelica
0,70 ml
Melissa officinalis
0,70 ml
Pimpinella anisum
0,52 ml
Rosmarinus officinalis
0,34 ml
Chamomilla officinalis
0,34 ml
Saponaria officinalis
0,10 ml

Έκδοχα

Lattulosio
8,7 gr
Manittolo
8,7 gr
Inulina
2,6 gr
GRΕEN LAX φιαλίδιo των 130 gr.
48993-17/7/2007
14,67

Εμβαθύνσεις

Η δυσκοιλιότητα είναι ένα πρόβλημα που απασχολεί γύρω στα 10.000.000 ανθρώπους στην Ιταλία (και όχι μόνο) και δεν έχει πάντα μία αιτία μονοσήμαντη και συγκεκριμένη. Κυρίως, εμφανίζεται σε ανεπτυγμένες χώρες, εξαιτίας της έλλειψης των σωστών διατροφικών συνηθειών και των όλο και με περισσότερο άγχος, συνθηκών ζωής. Η επίπτωση αυτής της μάστιγας έχει ανοδική πορεία. Όλες οι ηλικίες πλήττονται, ιδίως οι ηλικιωμένοι που δεν αθλούνται, με αποτέλεσμα μια εξασθένηση των μυών του περινέου, οι έγκυες (λόγω της μειωμένης γαστρεντερικής κίνησης, η οποία οφείλεται στην πίεση που ασκείται από την μήτρα στο έντερο), τα νήπια, οι διαβητικοί και οι ασθενείς σε τελικό στάδιο.

Ως φαινόμενο οφειλόμενο σε πολυάριθμους παράγοντες γενικά χαρακτηρίζεται από:

  • Δυσκολία αφόδευσης των κοπράνων.
  • Ανεπαρκή αφόδευση με βάρος κοπράνων κατώτερο από 35gr ημερησίως.
  • Μη συχνή αφόδευση (λιγότερο από τρεις αφοδεύσεις την εβδομάδα χωρίς χρήση καθαρκτικών).
  • Αίσθηση ελλιπούς αφόδευσης του ορθού εντέρου.
  • Υπερβολική προσπάθεια.

Η δυσκοιλιότητα δεν είναι μια ασθένεια, αλλά περισσότερο ένα σύμπτωμα από μια λειτουργική διαταραχή της γαστρεντερικής κοιλίας. Επίσης κάποια φάρμακα μπορούν να συμβάλλουν στο να προκαλέσουν αυτά τα στάδια της δυσκοιλιότητας, αλλοιώνοντας την εντερική χλωρίδα (αντιβιοτικά).

Η αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας πραγματοποιείται ανατρέχοντας σε φάρμακα που δρουν με διάφορους τρόπους, τα οποία όμως προκαλούν πολλές παρενέργειες. Τα πιο κοινά είναι τα καθαρκτικά που ερεθίζουν την εντερική κινητικότητα σε τοπικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα παράγωγα των ανθρακινονών, που περιέχονται στην Senna, στην Cascara, στην Αloe. Αυτά τα φάρμακα μπορούν να επιφέρουν εθισμό και να προκαλέσουν, μετά από μη σωστή χρήση, από έντονους κοιλιακούς πόνους μέχρι προκαρκινικές βλάβες στο ορθόν κόλον.

Φυσικά δεν υποδεικνύονται στην εγκυμοσύνη λόγω της ισχυρής δράσης προς αποβολή καθώς και στο θηλασμό λόγω της ιδιότητας να προσδίδουν πικρή γεύση στο μητρικό γάλα. Δυστυχώς και τα καθαρκτικά που φυσιολογικά θεωρούνται αβλαβή, όπως αυτά που μπορούν να αυξήσουν το όγκο των κοπράνων (αυξάνοντας το μη διαλυτό στερεό υπόλειμμα), μπορούν να προκαλέσουν βλάβες αν η χορήγηση δεν ακολουθείται από μια κατάλληλη ποσότητα νερού, δημιουργώντας εντερικές αποφράξεις οφειλόμενες σε υπερβολική ξήρανση των κοπράνων.

Τέτοια είναι η περίπτωση των μη διαλυτών ινών του πίτουρου, του Psillio, του Agar, που μπορούν, εκτός των άλλων, να υπεισέρχονται στην απορρόφηση πολυάριθμων φαρμάκων όπως οι γλυκοσίδες και τα σαλικιλικά. Το Psillio είναι επίσης υπεύθυνο για διάφορες μορφές ανοσολογικών αντιδράσεων.

Για αυτούς τους λόγους επιλέχθηκε να συνιστάται στην ρύθμιση της δυσκοιλιότητας το GREEN LAX, ένα μείγμα εκχυλισμάτων από φυτά με ήπια ηπακτική δράση (Saponaria officinalis), χωνευτική (Angelica archangelica, Rosmarinus officinalis), αποτοξινωτική (Cynara scolymus), αντιζυμωτική (Melissa officinalis), και αντιφλεγμονώδη (Chamomilla officinalis, Pimpinella anisum).Το υγρό εκχύλισμα λαμβάνεται από τα φυτά με ένα είδος παραγωγής που επιτρέπει να διατηρούνται ατόφια τα συστατικά της φωτοσύνθεσης.

Χρησιμοποιείται ένα ειδικό μηχάνημα όπου ο υδροαλκοολικός διαλύτης καταφέρνει, κατά την διάρκεια περισσοτέρων κύκλων, κρούσεις πίεσης περίπου 10 bar, διευκολύνοντας το άνοιγμα των κυτταρικών δομών και την επακόλουθη έξοδο των περιεχομένων ουσιών, αποφεύγοντας την χρήση της θερμότητας για να διατηρήσει αυξημένες τις αποδόσεις. Αυτή η μέθοδος ενδείκνυται ειδικά για φυτά με θερμοευαίσθητα συστατικά.

Το προϊόν παρασκευάζεται σε κοκκοϊδή μορφή, απορροφώντας τα εκχυλίσματα σε ένα μείγμα από μανιτόλη, Lattulosio, και ινουλίνα. Αυτά μπορούν να ληφθούν σαν οσμωτικά ηπακτικά που ασκούν τη δράση τους αυξάνοντας το περιεχόμενο του νερού στον εντερικό σωλήνα και επιτυγχάνοντας τη μεταφορά των κοπράνων χωρίς να απορροφούνται στο λεπτό έντερο.

Το Lattulosio είναι ένας ημισυνθετικός δισακχαρίτης αποτελούμενος από φρουκτόζη και γαλακτόζη. Η κανονική εντερική χλωρίδα καταφέρνει να το διασπάσει και να το μετατρέψει σε γαλακτικό και οξικό οξύ, τα οποία αναπτύσσουν την οσμωτική λειτουργία μέσα σε δυο ημέρες από την χορήγηση.

Το Mannitolo είναι μια πολυαλκοόλη με γλυκαντική δράση ίση με 70% από αυτή της ζάχαρης (ζακχαρόζιο), ενεργειακή δράση 2 Kcal ανά γραμμάριο, ενυδατικές, διουρητικές, και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Αυξάνει τον όγκο των κοπράνων ενεργοποιώντας την περίσταλση.

Η ινουλίνα εκτός του ότι είναι μια διαλυτή ίνα φτιαγμένη από ένα σύμπλεγμα αλυσίδων από φρουκτόζιο (μέχρι 60 μονάδες) που αυξάνει τον όγκο στη μεταφορά, αναπτύσσει και μια λιπαντική λειτουργία στην εντερική οδό, έχοντας γαλακτωματικές ιδιότητες. Έχει μια ενεργειακή δράση του 1 Kcal/g που οφείλεται στα προϊόντα της ζύμωσης στο κόλον. Εμπεριστατωμένες έρευνες, έδειξαν ότι η χορήγηση μετρίων ποσοτήτων ινουλίνας δίνει χώρο, σε μια ουσιαστική αύξηση (από πέντε ως δέκα φορές) των bifidobatteri (των οποίων είναι γνωστά τα καλά αποτελέσματα) στον εντερικό χώρο και ταυτόχρονα μια σημαντική μείωση των ανεπιθύμητων βακτηρίων.

Περιγραφή

Η ινουλίνη είναι ένα συστατικό διατροφής με χαμηλό περιεχόμενο σε θερμίδες, χρησιμοποιούμενο ήδη σε διάφορα διατροφικά προϊόντα που είναι παρασκευασμένα με βάση φρούτα, προϊόντα τυροκομικής βιομηχανίας και αρτοποιίας. H επιτυχία της οφείλεται στις πολλές και πολύτιμες θρεπτικές και τεχνολογικές ιδιότητες. Αυτό το συστατικό συναινεί στην ανάπτυξη νέων ανανεωμένων προϊόντων διατροφής που περιέχουν διαιτητικές ίνες με συγκεκριμένες ευεργεσίες για την υγεία.

Η ινουλίνη περιέχει ολιγοφρουκτόζη και είναι ένα μείγμα ολιγοσακχαριτών έχοντας τη χημική δομή GFn (G= γλυκόζη Fn= φρουκτόζη και n= νούμερο μεταξύ 2 και 7 μονάδων συνδεδεμένης φρουκτόζης μεταξύ τους).

Οι δεσμοί μεταξύ της ένωσης της φρουκτόζης είναι πολύ ειδικού τύπου. Ο τύπος b(2-1) αποφέρει την άπεπτη ολιγοφρουκτόζη για τους ανθρώπινους οργανισμούς. Η ινουλίνη παρασκευάζεται διαμέσου μερικής υδρόλυσης που ενεργοποιείται από ένζυμα της εξαγόμενης ινουλίνης από τις ρίζες του ραδικιού. Η ινουλίνη και ή ολιγοφρουκτόζη είναι φυσικά συστατικά πολλών κοινών φυτικών και δημητριακών: κρεμμύδι, σκόρδο, αγκινάρα, παντζάρι, σπαράγγι, σιτάρι. Εκτιμάται ότι στην Ευρώπη η ημερήσια συγκέντρωση αυτών των δυο ουσιών φθάνει διαμέσου αυτών των φυτικών τροφών το λιγότερο 2 gr την ημέρα/κατά κεφαλή. Η ινουλίνη χρησιμοποιείται κατά μεγάλο μέρος από χώρες πιο βιομηχανοποιημένες, σε διάφορα διατροφικά προϊόντα. Οι εφαρμογές της μεγάλης επιτυχίας είναι στους τομείς των τυροκομικών προϊόντων και αυτών της αρτοποιίας, συμπεριλαμβανομένων και των παρασκευασμάτων με βάση τα φρούτα.

Χάρη στην εξειδικευμένη χημική δομή, που την κάνει ικανή να μην είναι υδατοδιαλυτή στον ανθρώπινο οργανισμό από τα ένζυμα της πέψης, η ινουλίνα δεν πέπτεται στο λεπτό έντερο και αντίθετα μεταβολίζεται στην διαλυτή διαιτητική ίνα. Στο κόλον υφίσταται μια ταχεία και πλήρη ζύμωση με την συμμετοχή φιλικών βακτηρίων (και πάνω από όλα bifidobatteri). Αυτό διεγείρει κατά έναν επιλεκτικό τρόπο την ανάπτυξη αυτών των βακτηριδίων και μειώνει την ανάπτυξη των ανεπιθύμητων. Αυτή η τροποποίηση της εντερικής χλωρίδας δρα ευεργετικά στην ανθρώπινη υγεία. Κατά ακολουθία της ειδικής μεταβολικής διαδικασίας η ινουλίνη ήδη παροχετεύει μια θερμιδική συμβολή πολύ κατώτερη από αυτή της ζάχαρης του αμύλου
Εξαιτίας των φυσιολογικών ιδιοτήτων της ινουλίνης μπορεί να συμπεριληφθεί επίσης και στις δίαιτες για τους διαβητικούς. Άλλες μελέτες για τον μεταβολισμό των λιπιδίων έχουν επισημάνει μια αξιοσημείωτη μείωση των ολικών τριγλυκεριδίων και μια βελτίωση της σχέσης μεταξύ της χοληστερόλης HDL και χοληστερόλης LDL σε αγωγές όπου χορηγήθηκαν και σχετικά μικρές ποσότητες ινουλίνης. Η ινουλίνη επηρεάζει εξάλλου θετικά την απορρόφηση κατά τις αγωγές με ιχνοστοιχεία του ασβεστίου, του μαγνησίου και του σιδήρου.

Η προσθήκη της ινουλίνης στις συνταγές των διαιτητικών προϊόντων, επιτυγχάνει σε πολλές περιπτώσεις τη βελτίωση του αρώματος και της γεύσης. Η καθαρή ινουλίνη έχει μια γλυκαντική ισχύ 30% αυτής της ζάχαρης και ένα «προφίλ γλυκύτητας» πολύ όμοιο με τη ζαχαρόζη.